Ο Φιλιππάκης, ο Πολάκης και η αόρατη κοινωνική ευθύνη

Συνέχεια

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΜΑΥΡΟ Διεκδικούμε ανοιχτά Μ.Μ.Ε.

 Η διαδικασία αδειοδότησης των τηλεοπτικών καναλιών αποδείχθηκε εξόχως και πολλαπλά προβληματική και, ταυτόχρονα, παρόξυνε την κρίση στο χώρο των Μ.Μ.Ε. και στην αγορά εργασίας δημοσιογράφων και εργαζομένων στον οπτικοακουστικό χώρο. Για το δημοσιογραφικό επάγγελμα, συνυπολογίζοντας και το ασφαλιστικό, η κρίση αποκτά υπαρξιακές διαστάσεις.
Η διαδικασία ήταν εξαρχής προβληματική. Το ΕΣΡ αποκλείστηκε αντισυνταγματικά απ’ αυτήν. Οι άδειες καθορίσθηκαν εντελώς αυθαίρετα σε τέσσερις, παραγνωρίζοντας πως κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ολιγοπώλιο που πλήτει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του λόγου. Μοναδικό κριτήριο για την απόκτησή τους θεσπίστηκε το “πορτοφόλι” ενώ αγνοήθηκε η παράμετρος της έως τώρα λειτουργίας σταθμών από ορισμένους εκ των υποψηφίων. Απόλυτα φυσιολογικά, λοιπόν, η διαδικασία υπηρξε προβληματική και όσον αφορά το αποτέλεσμά της. Ενώ ως κριτήριο είχε προβληθεί η βιωσιμότητα, το τίμημα –διαφορετικό, μάλιστα, για κάθε άδεια!- εκτοξεύθηκε στα ύψη χωρίς οικονομική και επιχειρηματική λογική, με αποτελέσματα που θα φανούν στο άμεσο μέλλον. Επιπλέον, στο όνομα της “πάταξης της διαπλοκής”, η νέα διαπλοκή χτυπάει πλέον… κόκκινο.
Το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο παρέμενε, κατ’ ουσίαν, αρρύθμιστο για πολλά χρόνια. Η διαδικασία, όμως, που επιλέχθηκε, αντί να λύσει, περιέπλεξε τα προβλήματα. Επιπροσθέτως, φαινομενικά και μόνο ολοκληρώθηκε, αφού εκκρεμούν οι έλεγχοι οικονομικών και πόθεν έσχες, δικαστικές ενέργειες και αποφάσεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και η αδειοδότηση θεματικών και περιφερειακών σταθμών, όπως ορίζει ο σχετικός νόμος.
Εκείνο που τώρα επείγει για μας είναι η αντιμετώπιση του εφιάλτη του “μαύρου”. Γιατί το μαύρο είναι πάντα μαύρο για τη δημοκρατία, την πολυφωνία, τη δημιουργία και τους εργαζόμενους. Η διαδικασία, η οποία προηγουμένως, με διαπλεκόμενη συνευθύνη κυβέρνησης και επιχειρηματιών έφερε κοντά στον εφιάλτη το MEGA, απειλεί τώρα και όλους τους υπόλοιπους τηλεοπτικούς σταθμούς, πλην SKAI & ANTENNA. Όχι επειδή δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους αλλά αποκλειστικά εξαιτίας κυβερνητικών ενεργειών.
Απέναντι σ’ αυτόν τον κίνδυνο η ηγεσία του δημοσιογραφικού συνδικαλισμού αντέδρασε, όπως πάντα, με χρονοκαθυστέρηση και χωρίς σαφή στρατηγική. Αφού παρέμεινε άφωνη όλο το προηγούμενο διάστημα και δεν παρενέβη –όπως όφειλε- στη διαδικασία και τα απαράδεκτα κριτήριά της, η ΕΣΗΕΑ εξέδωσε μια αρκετά καλή ανακοίνωση, την παραμονή, όμως, του διαγωνισμού !
Και επειδή η «ηγεσία»… σερνόταν, τώρα… τρέχουμε.
Έστω και αργά, έστω και τώρα για να υπάρξει αποτέλεσμα και να έχουμε “ανοιχτά Μ.Μ.Ε.” είναι ανάγκη:
1) Η κριτική μας να αγκαλιάσει το σύνολο του προβλήματος. Να δείξουμε πως η διαφωνία μας δεν έχει να κάνει μόνο με τα «δημοσιογραφικά συμφέροντα» αλλά ευρύτερα με την υπεράσπιση της πολυφωνίας.
2) Να δείξουμε πως η αναίτια και αιφνίδια διόγκωση της ανεργίας στο δημοσιογραφικό χώρο εξαιτίας του «μαύρου» δεν θα αφορά μόνο τους εργαζόμενους των συγκεκριμένων σταθμών, αλλά θα καταβαραθρώσει τις, ήδη δοκιμαζόμενες, εργασιακές συνθήκες στο χώρο, θα δημιουργήσει κλίμα γενικευμένης φοβίας και θα πλήξει περαιτέρω τη δημοσιογραφική ανεξαρτησία.
3) Η αντίθεση στο «μαύρο» δεν πρέπει να μείνει σε γενικά και αόριστα επίπεδα αλλά να έχει και συγκεκριμένο «δια ταύτα». Η κυβερνητική εκπρόσωπος, παρότι εκπροσωπεί ένα κόμμα που «έκανε καριέρα» καταγγέλοντας το «μαύρο στην ΕΡΤ» έθεσε, με «αριστερό βλέμμα» αλλά και σαρδόνιο χαμόγελο… «καπιταλιστικής αναλγησίας», περιθώριο 90 ημερών, έως ότου πέσει μαύρο στους μη αδειοδοτηθέντες σταθμούς. Το κυβερνητικό τελεσίγραφο είναι, λόγια του αέρα για… ιθαγενείς. Δεν πατάει πουθενά. Ούτε στην ίδια την προκήρυξη ούτε στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Επιπλέον, ο νόμος έχει αμφισβητηθεί. Οι «θιγόμενοι» έχουν προβεί σε δικαστικές κινήσεις. Αναμένονται αποφάσεις σε εθνικό και ακολούθως σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τίποτα δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει πριν τελεσιδικήσουν όλες οι δικαστικές ενέργειες. Επιπροσθέτως, ο νόμος ορίζει πως η διαδικασία αδειοδότησης περατώνεται όταν δοθούν οι άδειες θεματικών και περιφερειακών σταθμών. Διεκδικούμε, λοιπόν, «ανοιχτά (όλα τα) Μ.Μ.Ε.» έως ότου ολοκληρωθούν οι δικαστικές διαδικασίες, συγκροτηθεί το ΕΣΡ και ξεκαθαρίσει οριστικά το συνολικό ραδιοτηλεοπτικό σκηνικό.
4) Όλα αυτά, βέβαια, πάντα με την επιφύλαξη, για την όλη διαδικασία, η οποία πρέπει, εν ευθέτω χρόνω, να ανασχεδιασθεί και να επαναληφθεί σε κλίμα γενικευμένης συναίνεσης, επιλυομένων και των προβλημάτων που θα ανακύψουν.
5) Στη βάση όλων των προηγουμένων μπορεί και πρέπει να υπάρξουν κινητοποιήσεις. Στοχευμένες, πρωτότυπες και διαφορετικές, όμως, ώστε να έχουν αποτέλεσμα και όχι παραδοσιακές, τυπικές και τετριμμένες που δεν αρμόζουν στην κρισιμότητα των στιγμών. Η «πολιτική ΔΕΘ» είναι μπροστά μας και είναι μια πρώτη καλή ευκαιρία.
Εν κατακλείδι, βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη κρίση στο χώρο των Μ.Μ.Ε. εδώ και δεκαετίες. Συνυπολογίζοντας και το ασφαλιστικό –στο οποίο έχουμε καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις. εις μάτην προς το παρόν- η κρίση όσον αφορά το δημοσιογραφικό επάγγελμα αποκτά υπαρξιακές διαστάσεις. Ευχόμαστε αυτό να οδηγήσει σε ριζική στροφή και τον δημοσιογραφικό συνδικαλισμό. Αλλιώς δεν θα κάνουν… έγκλημα αλλά ένα πελώριο, ιστορικό και τελευταίο λάθος.
Ανοιχτά Μ.Μ.Ε. – νέα αρχή / Προσωρινή Επιτροπή

10 + 1 σκέψεις για τον ΕΔΟΕΑΠ

Από την Επιτροπή εργασίας για το ασφαλιστικό, των Ανοιχτών ΜΜΕ

10 + 1 ΣΚΕΨΕΙΣ για τον ΕΔΟΕΑΠ

  1. Οι ευθύνες της συνδικαλιστικής ηγεσίας του «κλάδου» -και ιδιαίτερα της ΕΣΗΕΑ- είναι μεγάλες και ιστορικές. Έχει χαθεί, ήδη, ενάμισης μήνας από την προθεσμία που πήραμε κατά την ψήφιση του νόμου για το ασφαλιστικό, χωρίς να υπάρξει διάλογος, εξαιτίας της εμμονής στο αδιέξοδο «όλα ή τίποτα» και στο στρουθοκαμηλισμό σχετικά με την κατάργηση του αγγελιοσήμου.
  2. Το αίτημα για επιστροφή του αγγελιοσήμου και για ανασύσταση του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ είναι απλή και κυνική δημαγωγία. Η μικρή στροφή που υπήρξε σε επίπεδο ΕΣΗΕΑ την προηγούμενη βδομάδα, με αποδοχή –για πρώτη φορά- του «τριμερούς» διαλόγου (εργαζόμενοι-εργοδότες-κυβέρνηση), πρέπει να σταθεροποιηθεί, να αξιοποιηθεί και να επικεντρωθεί αποκλειστικά στη διάσωση του ΕΔΟΕΑΠ, τουλάχιστον, ως αυτόνομου Ταμείου Υγείας.
  3. Το αίτημα αυτό δεν πρέπει, βέβαια, να προβληθεί στο πλαίσιο μιας αντίληψης για τους δημοσιογράφους και, εν γένει, τους απασχολούμενους στα ΜΜΕ ως «περιούσιων εργαζομένων» που διεκδικούν προνόμια. Αντίθετα, πρέπει να διεκδικηθεί ως μια ορθολογική λύση, στο βαθμό που ο ΕΔΟΕΑΠ είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, διαθέτει πλούσια κτιριακή υποδομή, σύγχρονο ιατρικό εξοπλισμό, καθώς και έμπειρο ιατρικό και διοικητικό προσωπικό. Η απαξίωση όλων αυτών δεν επιβαρύνει μόνο τους δημοσιογράφους αλλά και το δημόσιο συμφέρον, αφού θα «χαθεί» συλλογική περιουσία. Προϋπόθεση, βέβαια για τη διεκδίκηση σ’ αυτή τη βάση είναι ο ΕΔΟΕΑΠ να μην «επιβαρύνει» το κοινωνικό σύνολο.
  4. Η πρότασή μας, όμως, πρέπει να αφορά έναν «νέο ΕΔΟΕΑΠ». Η αρχαϊκή, αιμομικτική σχέση συνδικαλισμού και ασφάλισης πρέπει να διαρραγεί. Ο νέος ΕΔΟΕΑΠ οφείλει, κατ’ αρχάς, να συμπεριλαμβάνει, σε προαιρετική για τους ίδιους βάση, τους δημοσιογράφους που σήμερα δεν υπάγονται σε αυτόν είτε επειδή δεν είναι μέλη της ΕΣΗΕΑ, της ΕΣΗΕΜΘ κ.ο.κ. είτε επειδή εργάζονται σε περιφερειακά Μ.Μ.Ε. είτε επειδή αμείβονται με Δ.Π.Υ. είτε επειδή εργάζονται στο Διαδίκτυο είτε …. Σοβαρά πρέπει, επίσης, να εξετασθεί η –φερόμενη ως- πρόταση των ιδιοκτητών να συμπεριληφθούν στο νέο ΕΔΟΕΑΠ και οι λοιποί –πέραν των δημοσιογράφων- εργαζόμενοι στα διάφορα Μ.Μ.Ε. (τεχνικοί, διοικητικοί κ.ά.). Φυσικά, ο νέος ΕΔΟΕΑΠ πρέπει να συνεχίσει να καλύπτει συνταξιούχους, ανέργους και αυτασφαλιζόμενους.
  5. Προϋπόθεση για όλα τα προηγούμενα είναι να γίνει έγκυρη αναλογιστική μελέτη, η οποία θα δείξει τους πόρους που θα χρειαστούν και αν υπάρχουν δυνατότητες, ο «νέος ΕΔΟΕΑΠ» να καλύπτει και άλλους τομείς, πέραν της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Εξαιτίας της καθυστέρησης που υπήρξε στο διάλογο πρέπει να διεκδικηθεί δίμηνη παράταση της προθεσμίας, ώστε να υπάρξει εύλογο διάστημα για την αναλογιστική μελέτη και την καλή νομοθέτηση.
  6. Πριν από την κατάληξη για τους μόνιμους πόρους του νέου ΕΔΟΕΑΠ πρέπει να διεκδικηθεί ένα ποσοστό από το αποθεματικό του ΕΤΑΠ ΜΜΕ, ώστε να μπορεί με ασφάλεια να συνεχίσει το έργο του. Επίσης, η ΕΣΗΕΑ, αντί να ζητά τη συνδρομή του ΕΔΟΕΑΠ προς αυτήν (όπως συνέβη στην πρόσφατη «συνέλευση» !), πρέπει να διαθέσει ένα μέρος του αποθεματικού της σε αυτόν. Είναι προφανές πως το χρειάζεται πολύ περισσότερο. Στην «προίκα», τέλος, θα προστεθούν και όσα διεκδικεί δικαστικά ο ΕΔΟΕΑΠ, εφόσον τελεσφορήσει η σχετική διαδικασία.
  7. Μόνιμοι πόροι θα είναι, φυσικά οι εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών. Όσον αφορά τις εισφορές αυτές και το αναγκαίο ύψος τους το λόγο έχει η αναλογιστική μελέτη στην οποία αναφερθήκαμε πριν.
  8. Το θέμα των εργοδοτικών εισφορών συνιστά ένα αυτόνομο πρόβλημα, στο βαθμό που έως τώρα –ελέω αγγελιοσήμου- οι εργοδότες δεν πλήρωναν εισφορές. Τούτου δοθέντος, προς το παρόν, υπάρχουν τρεις εναλλακτικές εκδοχές. Η πρώτη είναι να καταβάλουν κανονικά τις εισφορές τους για τον «νέο ΕΔΟΕΑΠ», στο ύψος που θα δείξει η αναλογιστική μελέτη. Άλλωστε, αν δε βρεθεί λύση θα κληθούν να καταβάλουν εισφορές για τον ΕΟΠΠΥ. Υπάρχουν δύο αντεπιχειρήματα. Το πρώτο είναι πως από κει που οι εργοδότες δεν πλήρωναν τίποτα θα κληθούν τώρα να δίνουν, σε καιρούς μεγάλης κρίσης, εισφορές για σύνταξη, επικούρηση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Το δεύτερο είναι πως η απότομη αυτή αλλαγή ενδέχεται να οδηγήσει σε αφανισμό μικρότερα Μ.Μ.Ε.
  9. Η δεύτερη εκδοχή που έχει –εμμέσως- συζητηθεί είναι να χρησιμοποιηθεί ως «όχημα» για την καταβολή εργοδοτικών εισφορών, ο φόρος τηλεοπτικών διαφημίσεων που έχει θεσμοθετηθεί από το 2010 αλλά άρχισε να εισπράττεται πρόσφατα. Ο φόρος αυτός, με δεδομένη την κατάργηση του αγγελιοσήμου, θα μπορούσε να επεκταθεί –μειούμενος κατά τι- στις διαφημίσεις σε όλα τα Μ.Μ.Ε. (και στο Διαδίκτυο) και ένα τμήμα του να παρακρατείται ως εργοδοτική εισφορά, με βάση και τα συμπεράσματα της αναλογιστικής μελέτης. Το προφανές πλεονέκτημα αυτής της εκδοχής είναι πως ευνοείται ο πλουραλισμός στο χώρο, καθώς δεν επιβαρύνονται υπέρογκα τα μικρότερα Μ.Μ.Ε. που δεν έχουν ιδιαίτερη διαφήμιση. Το προφανές πρόβλημα της, όμως, είναι πως ο νόμος ορίζει ότι το σχετικό φόρο καταβάλλουν διαφημιστές και διαφημιζόμενοι ενώ οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ απλώς τον αποδίδουν. Αν, λοιπόν, διατηρηθεί αυτή η μορφή του, η χρησιμοποίησή του για τον ΕΔΟΕΑΠ είναι εύκολο να κατηγορηθεί πως συνιστά ένα «αναγραμματισμένο» αγγελιόσημο και «φόρο υπέρ τρίτων» κι έτσι είναι πολύ πιθανό η σχετική ρύθμιση να μη γίνει αποδεκτή από τους «θεσμούς».
  10. Τούτων δοθέντων θα πρέπει να εξετασθεί εναλλακτικά και μια τρίτη εκδοχή. Ναι μεν να θεσμοθετηθούν όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως για το φόρο επί των διαφημίσεων αλλά η εργοδοτική εισφορά να προκύπτει ως ένα ποσοστό επί των διαφημιστικών εσόδων που έχει ο κάθε εργοδότης που θα είναι και ο υπόχρεος για την καταβολή της. Προϋπόθεση, βέβαια, είναι η αναλογιστική μελέτη αλλά, επίσης, μέτρα εξορθολογισμού και διαφάνειας στη διαφημιστική αγορά. Στην εκδοχή αυτή ναι μεν «επιβαρύνονται» οι εργοδότες (όπως συμβαίνει, βέβαια, με ολους του εργοδότες απλώς οι «δικοί μας» είχαν… καλομάθει) αλλά δε θίγεται ο πλουραλισμός στο χώρο, αφού τα μικρότερα ΜΜΕ θα καταβάλουν εισφορές ως ποσοστό επί των διαφημιστικών τους εσόδων και όχι ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων τους. Θα υπάρχει, δηλαδή, μια «αναδιανομή», ανάλογα με τα διαφημιστικά έσοδα, στο εσωτερικό των ιδιοκτητών.

Ο διάλογος για τον ΕΔΟΕΑΠ θα έπρεπε να βρίσκεται στο τέλος του. Δυστυχώς, κατ’ ουσίαν, δεν έχει αρχίσει ακόμα και οι ευθύνες γι αυτό είναι πολύ βαριές. Αν επιβεβαιωθεί η «συνδικαλιστική προσγείωση» και η έναρξή του, οι σκέψεις-συνεισφορά που προηγήθηκαν μπορούν να γίνουν ακόμα πιο συγκεκριμένες. Χρειάζεται, όμως, λίγος χρόνος ακόμα για μια σοβαρή και τεκμηριωμένη συζήτηση. Ας τον διεκδικήσουμε.