Ανοικτά ΜΜΕ, ναι αλλά ποια ΜΜΕ;

PicsArt_06-02-12.05.58

Του Τάκη Σπηλιόπουλου

Ο δημόσιος διάλογος για τα ΜΜΕ, έχει λάθος σημείο εκκίνησης. Ανοικτά ΜΜΕ, ναι αλλά ποια ΜΜΕ; Τι υπάρχει σήμερα και τι θα έχει απομείνει στα αμέσως επόμενα χρόνια; Έχει δει κανείς τα δελτία κυκλοφορίας; Παρακολουθεί πως εξελίσσονται διαχρονικά;  

Από το 2012 έως και σήμερα, οι ημερήσιες εφημερίδες έχουν χάσει το 60% των αναγνωστών τους και ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό από τα διαφημιστικά έσοδα. Από τα 1,3 εκατομμύρια φύλλα των Κυριακάτικων του 2009, σήμερα είμαστε στις 320 χιλιάδες. Και η πτώση συνεχίζεται, μήνα με τον μήνα.

Δεν χρειάζεται άλλη αναφορά σε αριθμούς. Άλλωστε η κατάσταση αποτυπώνεται στην τραγική οικονομική κατάσταση, στην οποία βρίσκονται ΟΛΟΙ οι οργανισμοί ΜΜΕ.  Δυσθεώρητα χρέη, καταβύθιση των πωλήσεων και έκπτωση στην ποιότητα και στην ποσότητα της ύλης. Και μαζί σημαντική απώλεια αξιοπιστίας, που σε αντίθεση με τα οικονομικά μεγέθη, δεν ανατάσσεται, όσα χρήματα και αν επενδυθούν.

Είναι κοινό μυστικό, πως με λίγες εξαιρέσεις τα ΜΜΕ που μέχρι χθες ήταν σε θέση να προσφέρουν αμειβόμενες θέσεις εργασίας, δεν είναι βιώσιμα. Με βάση τους κανόνες της αγοράς και τη σχέση τζίρου/υποχρεώσεων προς τρίτους, τα περισσότερα θα έπρεπε να έχουν κλείσει καιρό τώρα.

Είναι κοινό μυστικό επίσης, το γεγονός πως δεν έχουν κλείσει, έχει να κάνει με την προνομιακή σχέση που είχαν με τους πιστωτές τους (σε βάρος της υγιούς επιχειρηματικότητας). Όμως αυτό έχει ήδη τελειώσει.  Συζητάμε λοιπόν για ανοιχτά ΜΜΕ, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας, ποια θα είναι σε θέση να παραμείνουν ανοικτά αύριο το πρωί!

Σήμερα το δελτίο κυκλοφορίας των ημερήσιων πολιτικών εφημερίδων, δεν ξεπερνά τις 70-75 χιλιάδες φύλλα (λιγότερο από το 1% του εκλογικού σώματος). Μόλις μία εφημερίδα πουλάει λίγο πάνω από τις 10 χιλιάδες φύλλα, ενώ όλες οι άλλες έχουν μονοψήφια κυκλοφορία!

Γιατί λοιπόν οι πολίτες τους γύρισαν την πλάτη; Μήπως πλέον οι εφημερίδες δεν αξίζουν ούτε το 1 ευρώ, ή το 1,30 που ζητάνε από τους αναγνώστες τους;  Γιατί τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων δεν είναι ανταγωνιστικά  απέναντί σε οποιοδήποτε ψυχαγωγικό πρόγραμμα προβάλλεται απέναντί τους; Γιατί είναι τόσο λίγες και εκτοπισμένες στη μεταμεσονύχτια ζώνη, οι τηλεοπτικές ενημερωτικές εκπομπές; Γιατί ο πολίτης αποστρέφεται την ενημέρωση;

Όλα αυτά τα περί διαπλεκόμενων μέσων ενημέρωσης δεν αποτελούν ισχυρό επιχείρημα (αν και πραγματικότητα). Αρκεί να δει κανείς τις επιδόσεις των «μη συστημικών» και «μη διαπλεκόμενων» ΜΜΕ. Οι δύο εφημερίδες που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, δεν ξεπερνούν αθροιστικά τις 8-9 χιλιάδες αναγνώστες, ενώ ο (κομματικός) ραδιοφωνικός σταθμός ανιχνεύεται οριακά στις μετρήσεις ακροαματικότητας. Τα ίδια ισχύουν και για την κρατική ραδιοτηλεόραση, που καταγράφει για πρώτη φορά τόσο χαμηλά χαμηλά ποσοστά ακροαματικότητας και θεαματικότητας.

Ας αναζητήσουμε τις αιτίες, προτάσσοντας τις δικές μας ευθύνες. Ας είμαστε ειλικρινείς, κάτι έχει πάει πολύ στραβά και δεν μπορεί να μην έχουν την κύρια ευθύνη αυτοί που παράγουν το προϊόν. Τις εφημερίδες τις σχεδιάζουν, τις διευθύνουν και τις γράφουν δημοσιογράφοι. Το ίδιο ισχύει για τα τηλεοπτικά δελτία, τις ενημερωτικές τηλεοπτικές εκπομπές, τα περιοδικά, αλλά και τα διαδικτυακά ΜΜΕ.

Δεν γίνεται να είμαστε αθώοι του αίματος, όταν η συμπεριφορά του αναγνωστικού κοινού απέναντι στα προϊόντα που παράγουμε, συνιστά ουσιαστικά απόρριψη.

Αν και είναι λάθος να αποδοθεί η πτώση της κυκλοφορίας αποκλειστικά στην οικονομική κρίση, δεν είναι λάθος να αποδοθεί στην ταύτιση των ΜΜΕ και μεγάλου μέρους του δημοσιογραφικού κόσμου, με τα πολιτικά κόμματα. Δυστυχώς για ένα κομμάτι της κοινής γνώμης, είμαστε ουρά της πολιτικής.  Δεν είναι τυχαία τα ευρήματα σε όλες τις δημοσκοπήσεις, που τοποθετούν τα ΜΜΕ μαζί με τα πολιτικά κόμματα, στο ναδίρ της αξιοπιστίας.

Ασφαλώς υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, όπως για παράδειγμα ο αθέμιτος ανταγωνισμός του διαδικτύου. Αν και στην πραγματικότητα ελάχιστοι ιστότοποι, μπορούν να σταθούν επάξια απέναντί σε μια μέση εφημερίδα, ποιος έκανε κάτι για να πάψει, ή για να ελεγθεί η προκλητική και ανεξέλεγκτη κλοπή της ύλης των εφημερίδων (και της δουλειάς των ίδιων των δημοσιογράφων);

Αντίθετα, αντί να υπάρξουν πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση από τα συλλογικά όργανα, οι εργαζόμενοι στα διαδικτυακά ΜΜΕ εξακολουθούν να μην αναγνωρίζονται ως δημοσιογράφοι, να μην δεσμεύονται από κανέναν κώδικα δεοντολογίας και να μην είναι υπόλογοι απέναντι σε κανένα θεσμικό φορέα.

Το μέλλον, είναι γνωστό πως βρίσκεται στο διαδίκτυο. Παντού στον ανεπτυγμένο κόσμο, τις έντυπες εκδόσεις των εφημερίδων, συμπληρώνουν σε έσοδα (ή και υποκαθιστούν σιγά σιγά) οι ηλεκτρονικές εκδόσεις. Εδώ ζούμε ακόμη στην αναρχία και τη ζούγκλα του διαδικτύου και με ευθύνη των δημοσιογράφων και των συλλογικών οργάνων τους.

Συνοψίζοντας, αν δεν υπάρξουν διακριτές αποστάσεις από το πολιτικό παιγνίδι και τα κόμματα, αν δεν πειστεί η κοινή γνώμη για την εντιμότητα και τη συνέπεια του τύπου και των λειτουργών του, απέναντι σε κάθε εξουσία και αν δεν αναγνωριστεί η εργασία στο διαδίκτυο ως δημοσιογραφική απασχόληση (αν είναι ποτέ δυνατόν να συζητάμε τα αυτονόητα) δεν θα δούμε ήλιου φως.

Είναι απολύτως βέβαιο πως αν συνεχίσουμε να πορευόμαστε έτσι, η απαξίωση των ΜΜΕ, η συνεχιζόμενη μείωση των εσόδων, τα λουκέτα και οι εκατοντάδες απολύσεις, τα εφιαλτικά ποσοστά ανεργίας, θα επιδεινωθούν περαιτέρω και θα έλθει η εποχή που δεν θα υπάρχουν ΜΜΕ που να απασχολούν (ικανοποιητικά αμειβόμενους) δημοσιογράφους και να πληρώνουν εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία.

ΥΓ. Και βέβαια, πληρώνουμε την εποχή των εφημερίδων mini market. Τότε που η δημοσιογραφική ύλη δεν είχε καμία αξία, παρά μόνο  τα «δώρα» που συνόδευαν την έκδοση. Για να μην θυμηθούμε την εποχή των κουπονιών, που κλήρωναν διαμερίσματα και εξοχικά.

πηγή:http://adianoito.blogspot.gr/2016/06/blog-post.html?spref=fb